Άνω Σύρος - Γυάρος
Ερμούπολη - Εργοστάσια
Ερμούπολη - Ο Φάρος της Σύρου
Άνω Σύρος - Ιστορικά Προλεγόμενα
Ερμούπολη - Θέατρο "Ευανθία Καΐρη"
Ερμούπολη - Ορθόδοξο Νεκροταφείο Αγίου Γεωργίου
Άνω Σύρος - Πολιτισμός
Ερμούπολη - Ι.Ν Αναστάσεως
Ερμούπολη - Παιδική και Εφηβική Βιβλιοθήκη
Ερμούπολη - Αδερφοποιήσεις του Δήμου
Ερμούπολη - Ι.Ν. Αγίου Νικολάου
Ερμούπολη - Πλατεία - Δημαρχείο
Ερμούπολη - Αποθήκες Διαμετακόμισης
Ερμούπολη - Ι.Ν. Ευαγγελίστριας
Ερμούπολη - Πνευματικό Κέντρο
Ερμούπολη - Αρχαιολογικό Μουσείο
Ερμούπολη - Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Ερμούπολη - Πολιτιστικοί Σύλλογοι
Ερμούπολη - Αρχιτεκτονική
Ερμούπολη - Ιστορικά Προλεγόμενα
Ερμούπολη - Στο Λιμάνι
Ερμούπολη - Βαπόρια
Ερμούπολη - Ιστορικό Αρχείο
Ερμούπολη - Συνεδριακό Κέντρο
Ερμούπολη - Βιομηχανικό Μουσείο
Ερμούπολη - Καθολικό Νεκροταφείο
Ερμούπολη - Συριανό Λουκούμι
Ερμούπολη - Δημοτική Βιβλιοθήκη
Ερμούπολη - Καρνάγιο
Ερμούπολη - Σχολή Εμπορικού Ναυτικού
Ερμούπολη - Δημοτική Μουσική
Ερμούπολη - Κινηματογράφος "Παλλάς"
Ερμούπολη - Ταρσανάς (Ναυπηγείο)
Ερμούπολη - Δημοτικό Θέατρο "Απόλλων"
Ερμούπολη - Λαζαρέττα (Λοιμοκαρθαρτήριο)
Ερμούπολη - Τελωνείο - Πλατεία Τελωνείου
Ερμούπολη - Εκδόσεις
Ερμούπολη - Λαογραφικό Μουσείο
Ερμούπολη - Τυπογραφεία
Ερμούπολη - Εκθεσιακοί Χώροι
Ερμούπολη - Μ.Ν. Μεταμόρφωση του Σωτήρος
Ποσειδωνία - Ιστορικά Προλεγόμενα
Ερμούπολη - Εκπαίδευση
Ερμούπολη - Μουσείο Αντιγράφων Κυκλαδικής Τέχνης
Ποσειδωνία - Κατοικία - Τρόπος ζωής
Ερμούπολη - Επίτιμοι Δημότες
Ερμούπολη - Νεώριο
Ποσειδωνία - Πολιτισμός


                                               

Ερμούπολη - Ιστορικά Προλεγόμενα

 

Το νησί της Σύρου ακολούθησε την τύχη του κυκλαδικού νησιωτικού συμπλέγματος στη μακραίωνη ιστορία του, μετέχοντας στη δημιουργία του ευρύτερου αιγαιακού πολιτισμού.

Η δημιουργία της Ερμούπολης στα 1821-1830 ήταν μια μικρή κοσμογονία στον κυκλαδικό κόσμο. Ανέτρεψε ισορροπίες αιώνων και συνοδεύτηκε από τις πολώσεις και τις ανισότητες που χαρακτηρίζουν την εποχή μας.
Η Σύρος έγινε το κέντρο των Κυκλάδων, μοναδική πόλη στον χώρο αυτό, σημείο αναφοράς και τόπος προσέλκυσης μεταναστών από τον κοντινό και ευρύτερο περίγυρο. Σήμερα, αν και παρατηρείται επανισορρόπηση των οικονομικών λειτουργιών, η διαφορετική φυσιογνωμία του νησιού από όλα τα κυκλαδονήσια είναι ακόμη αισθητή. 

Προϊστορική Εποχή – Αρχαίοι Χρόνοι

Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στη Σύρο κατά την προϊστορική εποχή έχουν εντοπιστεί στη Χαλανδριανή και στο γειτονικό ύψωμα, το Καστρί, στη ΒΑ πλευρά του νησιού, και χρονολογούνται, αντίστοιχα, στα 2700-2300 και 2300-2200 π.Χ. Κατά τις διαδοχικές ανασκαφές στο νεκροταφείο της Χαλανδριανής (που ξεκίνησαν το 1862), αποκαλύφθηκαν πάνω από 600 τάφοι με σημαντικά κτερίσματα. Ο πρωτοκυκλαδικός οχυρωμένος οικισμός στο Καστρί είναι από τους καλύτερα διατηρημένους, χάρη και στα έργα στερέωσης που έκανε από το 1962 η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στο Καστρί, ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας έφερε πρώτος στο φως, το 1898, υπολείμματα οχύρωσης, οικιών και πολλών αντικειμένων, ενώ ορισμένα ευρήματα πείθουν για την ύπαρξη εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας και μαρτυρούν για τις σχέσεις της Σύρου με τα παράλια της Μικρασίας την εποχή εκείνη. Οι έρευνες εντόπισαν ίχνη εγκαταστάσεων και σε άλλα σημεία του νησιού (Τάλαντα, Σα Μιχάλης, Αζόλιμνος, Γαλησσάς, Μάλλια, Μάννα).

Στη δεύτερη χιλιετία π.Χ. εικάζεται ότι το νησί εποικίστηκε από τους Φοίνικες, έπειτα οι Κρήτες απέκτησαν τον έλεγχο του Αιγαίου, το οικιστικό πλέγμα του νησιού αναδιατάχθηκε και η Χαλανδριανή εγκαταλείφθηκε. Από τον 17ο π.Χ. αϊ. οι Κυκλάδες δέχονται όλο και πιο έντονα την επιρροή της μινωικής Κρήτης. Την εποχή εκείνη ακμάζει το Ακρωτήριο της Σαντορίνης.
 

Από τα μέσα του 16ου π.Χ. αϊ., μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, και ως τα μέσα του 15ου αϊ., οι Μυκήνες έθεσαν υπό τον έλεγχο τους τις Κυκλάδες. Κατά την παρακμή του μυκηναϊκού κόσμου (11ος-10ος π.Χ. αϊ.) φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν μετακινήσεις πληθυσμών και πιθανολογείται ότι εγκαταστάθηκαν Ίωνες στη Σύρο (9ος και 8ος αϊ.). Στην Οδύσσεια του Ομήρου αναφέρονται η ονομασία του νησιού, «Συρίη», το οποίο τοποθετείται κοντά στη Δήλο, και δύο πόλεις που είχαν έναν βασιλιά, τον Κτήσιο Ορμενίδη.

Τον 7ο αϊ. π.Χ., εποχή ακμής για τις Κυκλάδες, η Σύρος θεωρείται μάλλον φτωχό και ασήμαντο νησί. Ίχνη οικισμών ανεβρέθηκαν στον λόφο της Αγίας Πακοϋς (Γαλησσάς) και στα δυτικά της Ερμούπολης - στη θέση της Κοίμησης - από όπου προέρχονται τα αγγεία του 6ου αϊ. π.Χ. του Μουσείου Σύρου. Επίσης, στον 6ο-3ο αϊ. π.Χ. χρονολογούνται τα ίχνη αγροτικών οικισμών στη Βάρη, Ντελλα-γκράτσια. Φοίνικα, Λοτό (όρμος Κινίου) και αλλού. Τον 6ο αϊ. π.Χ., όταν η Σύρος είχε καταληφθεί από τους Σάμιους, γεννήθηκε στο νησί ο φυσικός φιλόσοφος Φερεκύδης, που αργότερα εγκαταστάθηκε στη Σάμο και υπήρξε δάσκαλος του Πυθαγόρα, θεωρείται εφευρέτης του ηλιοτροπίου, του πρώτου ηλιακού ρολογιού. Το όνομα του έχει δοθεί σε δύο σπήλαια του νησιού, ένα στο ανατολικό τμήμα (Ρηχωπού), και ένα άλλο στην Αληθινή.
 
Κατά τους Μηδικούς πολέμους η Σύρος υποτάχθηκε στους Πέρσες αλλά από το 478 π.Χ. εντάχθηκε, μαζί με άλλα κυκλαδονήσια, στην πρώτη Αθηναϊκή συμμαχία. Αποτέλεσε αυτόνομο κρατίδιο με βουλή και δήμο, κατέβαλλε όμως φόρο υποτελείας στους Αθηναίους. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) οι Κυκλάδες υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες. Η ανάκαμψη της Σύρου εντοπίζεται στους ελληνιστικούς χρόνους βρέθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην Αληθινή, πιθανόν από ναό αφιερωμένο στους Καβείρους, ενώ άλλα λείψανα στα βόρεια του νησιού (Γράμματα) υποδεικνύουν την ύπαρξη ιερού του Ασκληπιού, προστάτη των ναυτικών.
Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (184 π.Χ.-324 μ.Χ.) η πρωτεύουσα της Σύρου βρισκόταν στη θέση της σημερινής Ερμούπολης. Τα λείψανα της πρωτεύουσας και τα νομίσματα της Σύρου μαρτυρούν ανάπτυξη. Κυκλοφορία χάλκινων νομισμάτων εντοπίζεται στο νησί από τον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η κοπή αργυρών νομισμάτων τον 2ο αϊ. π.Χ.
 
Μέσοι και Νεότεροι Χρόνοι

Το τέλος του αρχαίου κόσμου έριξε τις Κυκλάδες στην αφάνεια. Η παρακμή και εγκατάλειψη της αρχαίας πόλης συνδέονται με τις βαρβαρικές επιδρομές, από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, και έπειτα με την πύκνωση της πειρατείας που ταλαιπώρησε το Αιγαίο σχεδόν επί μία χιλιετία. Ίχνη εγκαταστάσεων στη συριανή ενδοχώρα μαρτυρούν ωστόσο ότι το νησί δεν είχε εγκαταλειφθεί εντελώς.
Στους βυζαντινούς χρόνους η χριστιανική πλέον Σύρος, μαζί με τα άλλα κυκλαδονήσια, αποτελεί τμήμα του θέματος του Αιγαίου, που διοικείται από Στρατηγό και αργότερα Δούκα.

  Στις αρχές του 13ου αϊ., μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), η Σύρος, όπως και άλλα νησιά, κυριεύεται από Λατίνους και υπάγεται στο Δουκάτο της Νάξου (ή του Αιγαίου) που ίδρυσε ο Βενετός Μάρκος Σανούδος (Sanudo).

Την ίδια περίοδο, ίσως και λίγο νωρίτερα, οικίστηκε και η Άνω Σύρος. Την εποχή της Λατινοκρατίας η τοπική κοινότητα αποδέχτηκε το καθολικό δόγμα, διατήρησε όμως την ελληνική γλώσσα. Διατηρήθηκε επίσης μια μικρή ενορία ορθοδόξων, η του Αγίου Νικολάου «του Φτωχού».

Στους τρεισήμισι περίπου αιώνες του Δουκάτου του Αιγαίου η Σύρος εγνώρισε ένα ιδιότυπο καθεστώς φεουδαρχικού τόπου, με τις διαμάχες των τοπικών ηγεμονίσκων και τις συχνές πειρατικές επιδρομές. Οι περισσότεροι οικισμοί φρουριακού χαρακτήρα στα κυκλαδονήσια, όπως αυτός της Άνω Σύρου, που είχαν εποπτεία στους ναυτικούς δρόμους και τα περάσματα της περιοχής, διαμορφώθηκαν την εποχή εκείνη.
Τον 15ο αϊ. το Δουκάτο του Αιγαίου έγινε ουσιαστικά προτεκτοράτο της Βενετίας. Με την κατάληψη της Σύρου και άλλων νησιών από τον περιώνυμο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα στα 1537, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, καθιερώθηκε η οθωμανική επικυριαρχία στο Δουκάτο, το οποίο καταλύθηκε οριστικά το 1579.

Η διαπραγμάτευση των εκπροσώπων της Σύρου και των Κυκλάδων με τον Σουλτάνο Μουράτ Γ' το 1579 έληξε με την παραχώρηση σημαντικών προνομίων στα νησιά: μείωση της φορολογίας, θρησκευτική ελευθερία, αναγνώριση της διαιτησίας μεταξύ Χριστιανών, απαγόρευση της εγκατάστασης γενιτσάρων στα νησιά. Μολονότι δεν έλειψαν οι προστριβές και οι αυθαιρεσίες των οθωμανικών αρχών, με αποκορύφωμα την επιδρομή στο νησί το 1617, τα προνόμια αυτά διαμόρφωσαν ένα καθεστώς σημαντικά ευνοϊκότερο για τους νησιώτες από εκείνο του Δουκάτου. Στο μεταξύ, μετά την υπογραφή της πρώτης συνθήκης των διομολογήσεων το 1535 μεταξύ της Γαλλίας και της Πύλης, οι καθολικοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν τεθεί υπό την προστασία των Γάλλων, που διήρκεσε για αιώνες. Καπουτσίνοι μοναχοί (1635) και έπειτα Ιησουίτες (1744) εγκαταστάθηκαν στη Σύρο.

Μετά το τέλος των τουρκοβενετικών πολέμων (β' μισό 17ου αϊ.) και την επιδημία πανούκλας που έπληξε τη Σύρο το 1728, άρχισε μια περίοδος οικονομικής ανάκαμψης που κορυφώθηκε, σε όλο τον αιγαιακό χώρο, στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα. Το ιδιαίτερο καθεστώς των νησιών επέτρεψε παράλληλα την ανάπτυξη της αυτοδιοίκησης. Η Σύρος, μαζί με την Άνδρο, παραχωρήθηκε το 1779 από τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Α' (1774-1789) στην ανιψιά του, τη Σαχ Σουλτάνα, η οποία εκχώρησε τη διοίκηση του νησιού στα τοπικά όργανα, δηλαδή τη συνέλευση του «Κοινού» (Κοινότητας) και τους εκλεγμένους από αυτήν Επιτρόπους. Στις αρχές του 19ου αιώνα ωστόσο, το σύστημα αυτό της κοινοτικής αυτοδιοίκησης είχε εξελιχθεί σε ολιγαρχικό, στον έλεγχο του Συμβουλίου των Προεστών.

Μεταξύ 1750 και 1820 ο πληθυσμός του νησιού διπλασιάστηκε, από 2.000 σε 4.000 κατοίκους περίπου. Η πειρατεία περιορίστηκε, η εμπορική κίνηση στο λιμάνι αυξήθηκε. Οι κάτοικοι του αγροτοκτηνοτροφικού οικισμού άρχισαν να επιδίδονται στο εμπόριο του κρασιού, ορισμένοι και στη ναυτιλία. Οι ευνοϊκές αυτές συνθήκες, η διαφορά του θρησκευτικού δόγματος, η ημιαυτονομία και η προστασία του καθεστώτος των διομολογήσεων, οδήγησαν τους Συριανούς στο να κρατήσουν ουδέτερη στάση κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, το 1821.

            Η Πόλη των Προσφύγων                                    

Ιδού πόλις γεννηθείσα και αυξήσασα εκ μόνων των περιστάσεων…
(Γ. Ναύτη, Επιστολαί περί Σύρου και Ερμουπόλεως, 1847)
                             

Πολύ σύντομα, η πολυσυζητημένη ουδετερότητα των Συριανών είχε απροσδόκητες και μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Προστατευμένο από την αντάρα του πολέμου, το λιμάνι της Σύρου έγινε το ασφαλέστερο καταφύγιο στο ταραγμένο Αιγαίο.

Εδώ κατέφυγαν ήδη κατά τη διάρκεια του 1821 οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Σμύρνη και τις Κυδωνιές, όταν άρχισαν εκεί οι διωγμοί των Ελλήνων, αλλά και από τη Χίο πριν από την καταστροφή του 1822. Στεγάστηκαν από τους ντόπιους στην Άνω Σύρο, στα σπίτια και στις εκκλησίες καθώς όμως πλήθαιναν, με νέες αφίξεις από Μικρασία, Ρόδο, Κρήτη, Σάμο, άρχισαν να καταλαμβάνουν τα σοκάκια. Την ημέρα κατέβαιναν να εργαστούν στο λιμάνι, όπου η κίνηση αυξανόταν, καθώς και οι δύο εμπόλεμοι σεβάστηκαν σιωπηρώς την ουδετερότητα του νησιού -ένα είδος Ελβετίας της εποχής.
Η καταστροφή της Χίου τον Απρίλιο του 1822, οι διωγμοί και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού της, οδήγησαν απότομα στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Πολλοί κατέφυγαν αρχικά σε άλλα νησιά (Μύκονο, Άνδρο, Κέα, Μήλο) και ιδίως στη γειτονική Τήνο.

Οι περισσότεροι κατέληξαν στη Σύρα, γιατί πρόσφερε ασφάλεια, βρισκόταν σε κεντρική θέση και διέθετε καλό φυσικό λιμάνι. Οι οξυδερκείς Χίοι έμποροι πολύ γρήγορα αναδιοργάνωσαν τα δίκτυα τους με επίκεντρο τη Σύρα. Στις αρχές του 1823 διεξαγόταν ήδη «αδιάκοπον εμπόριον» στο λιμάνι. Το 1824, η καταστροφή των Ψαρών, η κατάληψη της Κάσου και η καταστολή της εξέγερσης στην Κρήτη έστειλαν νέο κύμα προσφύγων.

Τον Μάιο του 1823, η Σύρος περιελήφθη για πρώτη φορά στη νέα διοικητική διαίρεση των νήσων του Αιγαίου που θεσμοθέτησαν οι αρχές της Επανάστασης, για να αποτελέσει μία επαρχία μαζί με τη Μύκονο. Ο πρώτος Έπαρχος Μυκόνου-Σύρου, ο Αλέξανδρος Αξιώτης, κατέφθασε στο νησί τον Ιούλιο του 1823, ενώ λίγο νωρίτερα είχε αφιχθεί ο πρώτος διορισμένος λιμενάρχης Σύρου, ο Θεοχάρης Παπαντωνίου. Ωστόσο ή επιβολή των αρχών του νέου κράτους στο νησί δεν υπήρξε εύκολη υπόθεση. Οι ντόπιοι Συριανοί ήθελαν να διαφυλάξουν την ουδετερότητα τους ενώ οι έμποροι-πρόσφυγες δεν επιθυμούσαν κανέναν περιορισμό ή φορολογική επιβάρυνση στις επιχειρήσεις τους, μολονότι η Σύρος ενίσχυσε οικονομικά την Επανάσταση, με φόρους, τελωνειακούς δασμούς και υποχρεωτικούς εράνους.                             Ελάχιστες οικοδομές υπήρχαν στο λιμάνι, όταν έφτασαν οι πρώτοι πρόσφυγες: ο οικίσκος του υγειονομείου, δυο-τρεις πρόχειρες αποθήκες, ένα καφενείο και μια «λοκάντα» (πανδοχείο). Στα 1821-1822 ορισμένοι εύποροι Συριανοί έχτισαν τα πρώτα σπίτια. Οι πρόσφυγες, που δεν θεώρησαν εξαρχής μόνιμη τη διαμονή τους εδώ, εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και ξύλινα παραπήγματα. Ωστόσο το 1824 έχτισαν την πρώτη εκκλησία, τη Μεταμόρφωση, λιθόκτιστες οικοδομές στα πιο στέρεα σημεία του εδάφους ενώ τα σπιτόπουλα άρχισαν να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές, οργανώνοντας τις συνοικίες των συντοπιτών: Υδραίικα, Εγριπιώτικα (Εύβοια), Βροντάδο (κωμόπολη της Χίου), Ψαριανά. 1.700 «καλύβες» υπήρχαν στο τέλος του 1825, σύμφωνα με μία μαρτυρία.
Στο μεταξύ η κίνηση του λιμανιού αυξανόταν ραγδαία, με τη διακίνηση φορτίων σίτου για την τροφοδοσία και των δύο εμπολέμων, αλλά και πολεμοφοδίων, την εκποίηση λειών πολέμου αλλά και πειρατικών λαφύρων, την εξαγορά αιχμαλώτων αλλά και το δουλεμπόριο, τη ναύλωση και αγοραπωλησία καραβιών και τη συγκέντρωση ειδήσεων από τα διερχόμενα πλοία.

Το 1828, στην πρώτη (ατελή) καταμέτρηση του πληθυσμού, οι κάτοικοι της Ερμούπολης έφταναν σε 13.800 περίπου, ενώ 1.100 ακόμη πρόσφυγες απογράφηκαν στην Άνω Σύρο. Το ένα τρίτο του συνόλου ήταν Χιώτες, ένα πέμπτο, Σμυρνιοί και Κυδωνιείς μετρήθηκαν και διακόσιοι ξένοι. Στο μεταξύ, η νέα πόλη είχε αποκτήσει όνομα και είχε συγκροτηθεί σε αυτοτελή κοινότητα: από το 1825 η «Επιτροπή των Χίων εν Σύρω» έστελνε εκπρόσωπο της στο Βουλευτικό σώμα και το 1826, συνέλευση των «παροικών» είχε αποφασίσει την ονομασία της πόλης, τον ίδιο χρόνο εκλέχτηκε η πρώτη Δημογεροντία.

1830-1922. Ανάπτυξη, κρίση, αναπροσαρμογές

Με την επάνοδο στην ομαλότητα (1830) το λιμάνι της Σύρου έγινε κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου της ανατολικής Μεσογείου, καθώς οι Ερμουπολίτες εύκολα πέρασαν στο εμπόριο της «μανιφατούρας» (υφασμάτων), του μεταξιού, των δερμάτων, των σιδερικών, δημιουργώντας συγχρόνως ένα ισχυρό τραπεζοπιστωτικό σύστημα.

Ως το 1860 περίπου, η Σύρα, όπως την έλεγαν, ήταν το πρώτο εμπορικό λιμάνι της Ελλάδας.

Μαζί με το εμπόριο, χάρη στο πλήθος των προσφύγων που δεν είχαν άλλους πόρους ζωής, αναπτύχθηκαν οι βιοτεχνίες, η ναυτιλία, η οικοδομική και τα δημόσια έργα. Το συριανό ναυπηγείο πρωτοστάτησε στην ανασυγκρότηση του ελληνικού εμπορικού στόλου, που είχε καταστραφεί κατά τον πόλεμο. Η βυρσοδεψία αναπτύχθηκε θεαματικά και τα συριανά σολοδέρματα εξάγονταν στα Βαλκάνια και την Τουρκία. Η παραγωγική δραστηριότητα της νέας πόλης αποδείχτηκε πιο μακρόβια από κάθε άλλη. Τεχνίτες και τεχνικές παραδόσεις από όλη την ανατολική Μεσόγειο διασταυρώθηκαν εδώ. «Αχανές εργοστάσιον» χαρακτηρίστηκε «σύμπασα η Ερμούπολις» από Αθηναίο επισκέπτη της στα 1856.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ερμούπολη βρισκόταν σε πλήρη ακμή, ο πληθυσμός της, 20.000 περίπου στα 1850 (το μέγιστο, 22.000 κατ., σημειώνεται στην απογραφή του 1889), ανανεωνόταν τώρα με μετανάστες από διάφορα μέρη της ανεξάρτητης Ελλάδας.

Ήταν πλέον μια πόλη με ανεπτυγμένη κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Δέκα δημόσια σχολεία και οκτώ ιδιωτικά, αγοριών και κοριτσιών, φημίζονταν για το υψηλό τους επίπεδο.

Η θεατρική κίνηση είχε εγκαινιαστεί το 1826 και ιταλικοί θίασοι παρουσίαζαν τις όπερες της εποχής. Λέσχες, σύλλογοι, καφενεία με μουσική, 4-5 εφημερίδες (η πρώτη, η Ελληνική Μέλισσα, εκδόθηκε το 1831) και πλούσια εκδοτική δραστηριότητα ήταν τα δείγματα μιας πολιτιστικής άνθησης που επισφραγίστηκε με την οικοδόμηση των κτιρίων της Λέσχης και του θεάτρου στη δεκαετία του 1860.

Οι κυρίαρχες πολιτικές τάσεις των Ερμουπολιτών τον 19ο αϊ. Ζυμώθηκαν με τις αρχές του φιλελευθερισμού και τις δημοκρατικές παραδόσεις της Ελληνικής Επανάστασης. Η Ερμούπολη υπήρξε, μαζί με την Ύδρα, κέντρο της αντιπολίτευσης κατά του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια, στα 1830-31, όταν αυτός επιχείρησε να διαιρέσει σε «τάξεις» τον εμπορικό κόσμο. Συμμετείχε στο κίνημα για την έξωση του Όθωνα στα 1862. Ωστόσο το επίκεντρο της πολιτικής ζωής της τον 19ο αϊ. ήταν κυρίως ο δημοτικός θεσμός, που περιβλήθηκε από τη σύστασή του (1834) με κύρος και σημαντικές εξουσίες. Από τις θέσεις των δημάρχων και των δημοτικών συμβούλων πέρασαν οι επιφανέστεροι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες του τόπου.
Ο αναπτυξιακός κύκλος ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία των πρώτων βιομηχανικών εργοστασίων (1860-1870). Ακολούθησαν χρόνια μαρασμού, η πρώτη παρατεταμένη κρίση της ερμουπολίτικης οικονομίας στη δεκαετία του 1880, με την παρακμή της ιστιοφόρου ναυτιλίας, την ανάπτυξη άλλων λιμανιών και κυρίως του Πειραιά, και τις πολιτικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή που στέρησαν από τη Σύρο τις αγορές των Βαλκανίων και της Ανατολής. Το διαμετακομιστικό εμπόριο πρακτικά εκμηδενίστηκε η Ερμούπολη παρέμεινε, ωστόσο, για μερικές δεκαετίες ακόμη, κεντρική αγορά υφασμάτων, λόγω ειδικών σχέσεων με το Μάντσεστερ. Η ξυλοναυπηγική περιορίστηκε. Οι παραδοσιακές βιοτεχνίες συνθλίβονταν από τον ώριμο βιομηχανικό καπιταλισμό. Το κοινωνικό κλίμα βάρυνε το 1879 έγιναν οι πρώτες απεργίες- και πολλοί τεχνίτες εγκατέλειψαν την πόλη.

Η ανάκαμψη άρχισε στα τελευταία χρόνια του 19ου αϊ., με τον αναπροσανατολισμό της οικονομίας σε νέα πεδία. Μέσα σε λίγα χρόνια μια βιομηχανική πόλη αναδύθηκε πάνω στις εγκαταλειμμένες εμπορικές αποθήκες, μια μικρή «βαμβακούπολη», καθώς τα περισσότερα από τα σαράντα εργοστάσια της ήταν βαμβακουργικά. Συγχρόνως οι Ερμουπολίτες μεγαλέμποροι συμμετείχαν στη δημιουργία του πρώτου ελληνικού ατμήλατου στόλου. Η ανθράκευση των ατμοπλοίων ξανάδωσε ζωή στο λιμάνι και στα τοπικά μηχανουργεία.

Με το νέο, βιομηχανικό της πρόσωπο, η Ερμούπολη διατήρησε για αρκετές δεκαετίες ακόμη μια ανθηρή οικονομική ζωή. Βαθμιαία ωστόσο, η φυσιογνωμία της άλλαζε. Το κοσμοπολίτικο ύφος, η περηφάνια και η ανεξαρτησία των επιχειρηματιών της ξεθώριαζαν, οι ξένοι κάτοικοι μειώνονταν. Η Ερμούπολη αποκτούσε σταδιακά τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ελληνικής επαρχιακής πόλης. Ο πληθυσμός της έμενε στάσιμος. Ο δημόσιος λόγος έπαιρνε συντηρητικές αποχρώσεις, με στόχο την ανακοπή του ρεύματος φυγής προς την Αθήνα. Πατερναλιστικές συμπεριφορές επικράτησαν στις εργασιακές σχέσεις, καθώς οξύνονταν τα προβλήματα των εργατικών στρωμάτων, με τα γλίσχρα μεροκάματα.

Η εξάρτηση από την κεντρική εξουσία ολοκληρώθηκε μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η αυξημένη παρεμβατικότητα του κράτους κατάργησε πολλές από τις εξουσίες του Δήμου. Οι διχασμοί της κεντρικής πολιτικής σκηνής εμφιλοχώρησαν στην Ερμούπολη, που αναζητούσε τώρα προστασία από τους βουλευτές της επαρχίας της.
Αργόσυρτη παρακμή. Τα δύσκολα χρόνια
Ακριβώς έναν αιώνα μετά την ίδρυση της, ο κατακλυσμός του 1922 έστειλε στην πόλη των προσφύγων το τελευταίο κύμα καταδιωγμένων από τη Μικρασία. Περίπου 8.000 άνθρωποι έφτασαν εδώ μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Υπολογίζεται όμως ότι μόνο το ένα τρίτο από αυτούς εγκαταστάθηκαν οριστικά στη Σύρο. Τα μεροκάματα στην τοπική βιομηχανία δεν ήταν ελκυστικά, ενώ μόλις το 1929 άρχισε να χτίζεται ο προσφυγικός συνοικισμός του Ξηροκάμπου.

Ήδη την εποχή εκείνη αρκετοί βιομήχανοι μετοικούσαν στην Αθήνα ή τον Πειραιά, ενώ τα συριανά εργοστάσια διευθύνονταν δι' αντιπροσώπων. Η κρίση του 1929-1932 και οι περιορισμοί της συναλλαγματικής και εμπορικής πολιτικής που ακολούθησαν έφεραν νέες δυσκολίες στη βιομηχανία.

Η Ερμούπολη βρισκόταν πλέον σε θέση άμυνας. Στον ρόλο της ως πρωτεύουσας των Κυκλάδων αναζητούσε νέα ταυτότητα. Αγωνιζόταν να κρατήσει ή να προσελκύσει δημόσιες υπηρεσίες. Αντί επαγγελματικών σχολών, απέκτησε τη Στρατιωτική Σχολή Εφέδρων, ενώ τα Λαζαρέττα είχαν ήδη μετατραπεί σε Φυλακές. Τόπος εξορίας: από τη μεταξική δικτατορία (1936), και ιδίως στα μετεμφυλιακά χρόνια, με την εγκατάσταση του στρατοπέδου πολιτικών εξόριστων στο γειτονικό νησί της Γυάρου, το χαρακτηριστικό αυτό θα κολλήσει στο πετσί της.

Στο τέλος του μεσοπολέμου τα εργοστάσια άρχισαν να κλείνουν και το λιμάνι νέκρωσε. Όταν γυρίστηκε μια γερμανική ταινία στην πόλη το 1936, τοποθετήθηκαν άδεια βαρέλια μπροστά στο ερημωμένο Τελωνείο για «να δώσουν μίαν όψιν της εμπορικής κινήσεως του λιμένος». Η ανεργία έγινε το οξύτερο πρόβλημα της πόλης. Πάνω από χίλια άτομα παρουσιάζονταν στα συσσίτια απόρων που καθιερώθηκαν τότε. Αυτή την ήδη εξασθενημένη πόλη ήρθε να χτυπήσει η συμφορά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Τα ιταλικά στρατεύματα Κατοχής αποβιβάστηκαν στη Σύρο στις αρχές Μαΐου 1941, ενώ τον Σεπτέμβριο 1943 το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία των Γερμανών. Η μικρή αγροτική παραγωγή επιτάχθηκε, τα εργοστάσια έκλεισαν ή επιτάχθηκαν. Η όμορφη νησιωτική πολιτεία, χωρίς δική της ενδοχώρα, χωρίς ανεφοδιασμούς, παγιδευμένη κυριολεκτικά στην αγκαλιά της θάλασσας, εγνώρισε την πιο σκληρή πείνα της κατοχικής περιόδου. Τον χειμώνα του 1941-42 αμέτρητοι άνθρωποι πέθαναν από την πείνα. Συγκλονιστικές περιγραφές από επιζώντες μάρτυρες μιλούν για τα κάρα που περνούσαν από τις λαϊκές συνοικίες για να μαζέψουν τα πτώματα και να τα μεταφέρουν στους ομαδικούς τάφους γύρω από το Νεκροταφείο. Με αστείρευτη επινοητικότητα δόθηκε ο αγώνας για την επιβίωση, ενώ παίχτηκε και εδώ, όπως και σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη, το ίδιο δράμα της Συνεργασίας και της Αντίστασης. Στο τέλος του πολέμου το Νεώριο, η Λέσχη, το Τηλεγραφείο, το Τελωνείο και άλλα κτίρια βομβαρδίστηκαν.

Η Ερμούπολη βγήκε βαθιά τραυματισμένη από τον πόλεμο. Μεταξύ 1951 και 1971 τα περισσότερα εργοστάσια έκλεισαν και η πόλη έχασε το 20% του πληθυσμού της, που πήρε τον δρόμο της μετανάστευσης, φθάνοντας το 1971 στο χαμηλότερο ιστορικά όριο: 13.500 κάτοικοι. Ως το 1990 είχαν κλείσει και οι τελευταίες κλωστοϋφαντουργίες, το Νεώριο διευρυμένο από το 1970, ήταν η μόνη εστία απασχόλησης για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Η βελτίωση της οικονομίας και του επιπέδου ζωής στην Ελλάδα αναζωπύρωσε τον εσωτερικό τουρισμό και στοιχεία κάποιας ανάκαμψης ήταν αισθητά από τη δεκαετία του 1980. Έπειτα όμως ήρθε η σειρά του Νεωρίου να υποκύψει στο κύμα της αποβιομηχάνισης.

Νέες προοπτικές

Το Νεώριο έμεινε κλειστό πάνω από τρία χρόνια και στο διάστημα αυτό η πόλη, στα όρια της απόγνωσης, άρχισε να ανιχνεύει πιο συστηματικά νέους οικονομικούς ορίζοντες. Το παράδειγμα των γειτονικών νησιών ήταν επόμενο να υποδεικνύει τον τουρισμό ως τη μόνη εφικτή διέξοδο.

Ωστόσο, μια πόλη σαν την Ερμούπολη δεν μπορούσε να μετατραπεί σε παραθεριστικό οικισμό που θα νέκρωνε τον χειμώνα. Ψυχραιμότερες σκέψεις οδηγούν σήμερα στην αναζήτηση νέων ισορροπιών, εγχείρημα δύσκολο αλλά αναγκαίο. Τον Σεπτέμβριο 1994 το Νεώριο ξανάνοιξε και σήμερα είναι μια εύρωστη επιχείρηση.

Την ίδια εποχή η Ερμούπολη εντάχθηκε σε διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το URBAN, που προβλέπει την ενίσχυση και διαφοροποίηση της οικονομίας της, με δράσεις και έργα που θα λειτουργήσουν ως συνεκτικοί αρμοί για την προσέλκυση επιχειρήσεων.
Η ανάδειξη της αρχιτεκτονικής και βιομηχανικής κληρονομιάς της πόλης περιλαμβάνεται στους στόχους του προγράμματος.

Σήμερα η Σύρος βρίσκεται και πάλι σε ανοδική πορεία και εξελίσσεται σε κέντρο διεθνούς τουρισμού. Νέες οικοδομές, ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια γέμισαν το νησί, τα παλαιά κτίρια επισκευάζονται.


Home